ΟΥ Οχι ΤΙ κάτι ΔΑΝΟΣ εκ της γής
Απόψεις που πηγάζουν από την άλλη άγνωστη πλευρά
ΑΒΑ(ήβη)+ΤΑΡ(τάρταρα) <> ΒΙΟΣ(ζωή)+ΑΔΑΣ(άδης)
Aιώνια εναλλαγή, στην βιολογική αρμονία
Η άλλη θέση στην καθημερινότητα, τό επέκεινα, ή αλήθεια της φαντασίας.
Βουτιά στόν άπειρο και άυλο κόσμο τών ιδεών.
Υποβάθμιση του χρήματος (χξς') σε μέσο εξυπηρέτησης και όχι υπέρτατη ανάγκη.
Ατυχώς ονομάσθηκε Χρήμα (ότι χρειαζόμαστε)
και Νόμισμα (ότι θεσπίσθηκε σαν αξία)
Εξαπατήσαμε τό είναι μας, και Εκπέσαμε.

Επικοινωνία: utidanos@gmail.com

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Ένας βαρώνος σκλάβος στίς γαλέρες...


ΦΩΤΟ: Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Αναμνήσεις από την άθλια ζωή στις τουρκικές γαλέρες όπως την βίωσε και την κατέγραψε ο Βαρώνος Βέγκεσλα Βράτισλαβ Φον Μήτροβιτς, το 1599!


Σημείωση Περί Αλός: Μια αποκαλυπτική εικόνα των συνθηκών διαβίωσης που επικρατούσαν στις γαλέρες του Οθωμανικού Ναυτικού κατά τον 16ο αι. μ.Χ., μας παρέχει ο βαρώνος Βέγκεσλα Βρατισλάφ φον Μήτροβιτς, ο οποίος συνελήφθη από Τούρκους το 1591 κι ερρίφθη μαζί με άλλους καταδίκους και σκλάβους ως κωπηλάτης σε τουρκική γαλέρα.

Βαρώνου Βέγκεσλα Βράτισλαβ Φον Μήτροβιτς,
Ακολούθου της εν Κωνσταντινουπόλει
Αυστριακής Πρεσβείας εν έτει 1591
Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Κωνσταντινούπολις
κατά τον 16ο αιώνα 1591-1596»
 μετάφραση
Ιωάννου Επ. Δρύσκου, Αθήνα 1920, σ. 143 – 145.
Εκδόσεις Πελασγός.


«...Ωδηγήθημεν επί της γαλέρας, μεγάλου πολεμικού πλοίου, υπό την επίβλεψιν προσεκτικής φρουράς. Ο δε Αχμέτ - Ρεϊς, (πλοίαρχος) κυβερνήτης του πλοίου, Χριστιανός γεννηθείς εις Ιταλίαν και κατόπιν μεταστραφείς εις Τούρκον, μας παρέλαβεν αμέσως και διέταξεν όλους να μας αλυσοδέσουν επί των κωπών. Το πλοίο ήτο ευμέγεθες και εσωτερικώς αυτού πέντε φυλακισμένοι ήτο δυνατόν να κάθηνται εφ’ ενός θρανίου και να κωπηλατούν όλοι συγχρόνως. Απίστευτον πόσο μεγάλη είναι η αθλιότης της κωπηλασίας επί της γαλέρας· ουδέν έργον εις τον κόσμον δύναται να είνε σκληρότερον· διότι αλυσοδένουν έκαστον φυλακισμένον με τον ένα πόδα υπό το κάθισμά του και τον αφίνουν ελεύθερον να κινηθή τόσον, ώστε να φθάνη το θρανίον και να κωπηλατή. Ως εκ του μεγάλου καύσωνος είναι αδύνατον να κωπηλατήση τις άλλως πως ή γυμνός ούτε να φέρει επί του σώματος άλλο τι πλην λινής περισκελίδος. Οσάκις δε τοιούτον πλοίον διέλθη τα Δαρδανέλλια και εξέλθη εις το ανοικτόν πέλαγος, εις τας χείρας εκάστου αιχμαλώτου θα διαπερασθούν σιδηροί δακτύλιοι, ίνα μην δύναται να αντισταθή και αμυνθή κατά των Τούρκων. Ούτω λοιπόν ο αιχμάλωτος, σιδηροδέσμιος εις χείρας και πόδας, οφείλει νυχθημερόν να κωπηλατή πλην περιπτώσεων τρικυμίας, και μέχρις ότου το δέρμα του καή ως του καψαλισμένου χοίρου και διαρραγή εκ της θερμότητος. Ο ιδρώς τρέχει εντός των οφθαλμών και διαβρέχει ολόκληρον το σώμα εξ ων γεννάται υπερβολική αγωνία, ειδικώς εις ανθρώποις με χείρας μεταξωτάς μη εξοικειωμένας εις την εργασίαν επί των οποίων σχηματίζονται εκ των κωπών φλύκταιναι· εν τούτοις πρέπει να δοθεί η ταχύτης δια της κώπης, διότι, οσάκις ο διοικητής του πλοίου ίδη τινά να αναπνέη και να σταματά, τον κτυπά αμέσως με την μάστιγα των γαλέρων δια τους δούλους ή με υγρόν σχοινίον εμποτισμένον εις την θάλασσαν, έως ότου του καλύψη το σώμα με αιματηρούς μόλωπας. Παρ’ όλα αυτά ο αιχμάλωτος οφείλει να σιγά, ούτε καν να τον ατενίζη, ουδέ να είπη «Ωχ!» διότι ακολουθούν αμέσως διπλάσια κτυπήματα και, επί πλέον, αι ερεθιστικαί αυταί φράσεις «-Α! σκύλε! Διατί γογγύζεις, αντιλέγεις και οργίζεσαι;»
Ακριβώς ούτω συνέβη εις ένα των συντρόφων μας, Αυστριακόν ιππότην, μιξοπόλιον άνδρα, ο οποίος όταν του εκτύπησεν ο Τούρκος με την μάστιγαν τους γυμνούς ώμους, εφώναξε δις ή τρις: «- Ωχ! Μη με κτυπάς δι’ όνομα του Θεού!». Ο Τούρκος όμως ως μη εννοών την γλώσσαν που ωμίλει, εφαντάσθη ότι τον εβλασφήμει και εκτύπησεν ισχυρώς τον πτωχόν άθλιον ο οποίος υπεχρεώθει να μάθη την υπομονήν με τα υπόλοιπα κτυπήματα. Την υπερβολικήν εκείνην αθλιότητα ουδείς δύναται να διηγηθή ή να πιστεύση ότι το ανθρώπινον σώμα ταλαιπωρούμενον με παν είδος άλγους δύναται να υποφέρη και αντέχη τόσον πολύ. Εν πρώτοις εκ του υπερβολικού καύσωνος καθ’ όλην την ημέραν αισθάνεται ο άνθρωπος όχι μόνον ότι εισάγεται εντός κλιβάνου αλλ’ ότι και ψήνεται· δεύτερον οφείλει να κωπηλατή μέχρις ότου διαρραγούν τα οστά και αι φλέβες του· και τρίτον να αναμένη εν πάση στιγμή την κοινήν μάστιγα και το διάβροχον σχοινίον· πολλάκις δε ουτιδανοί ανόητοι Τουρκόπαιδες διασκεδάζουν με το να κτυπούν τους αιχμαλώτους, τον έναν μετά τον άλλον από θρανίου εις θρανίον και να γελούν μ’ εκείνους. Εις πάντα ταύτα ο αιχμάλωτος οφείλει όχι μόνον να λαμβάνη υπομονήν προ του ουτιδανού εκείνου και να συγκρατεί την γλώσσα του, αλλά και αν δύναται να τον φθάνη οφείλει να του ασπάζηται την χείρα ή τον πόδα και να παρακαλή τον αχρείον παίδα να μην οργισθή εναντίον του. Ως τροφή δίδονται μόνον δύο μικρά πλακούντια διπυρίτου.
Οσάκις καταπλέομεν εις νήσους κατοικουμένας υπό Χριστιανών ηδυνάμεθα ενίοτε να ζητώμεν ή αν έχωμεν χρήματα ν’ αγοράζομεν ημείς ολίγον οίνον και ενίοτε ολίγην σούπαν. Οσάκις επίσης παραμένομεν επί 1,2,3 ή και περισσοτέρας ημέρας ηγκυροβολημένοι, επλέκομεν χειρόκτια και περιπόδια βαμβακερά, τα επωλούμεν και ηγοράζομεν ενίοτε επιπρόσθετον τροφήν την οποία ημείς αυτοί εμαγειρέυομεν επί του πλοίου. Αν και τα θρανία εις το πλοίον εκείνο ήσαν πως μικρά ουχ ήττον επί εκάστου τούτων εκάθηντο 5 εξ ημών σιδηροδέσμιοι.
Είχομεν δε και αφθονίαν φθειρών και κοριών, αλλά τα δέρματα και σώματά μας ήσαν ήδη τόσον κεκαλυμμένα εκ δηγμάτων και εψημένα εκ της θερμότητος του ηλίου ώστε ολίγον αισθανόμεθα την ενόχλησιν εκείνην. Έκαστος ημών είχε δύο κυανά υποκάμισα και μίαν ερυθράν μπλούζαν· άλλα ενδύματα δεν υπήρχον, αλλά και εκείνα τα εφορούμεν μόνον εν ώρα νυκτός. Η ζωή μας επί του πλοίου εκείνου ήτο αληθώς αθλιεστάτη και θλιβερωτάτη και χειροτέρα του θανάτου…».