ΟΥ Οχι ΤΙ κάτι ΔΑΝΟΣ εκ της γής
Απόψεις που πηγάζουν από την άλλη άγνωστη πλευρά
ΑΒΑ(ήβη)+ΤΑΡ(τάρταρα) <> ΒΙΟΣ(ζωή)+ΑΔΑΣ(άδης)
Aιώνια εναλλαγή, στην βιολογική αρμονία
Η άλλη θέση στην καθημερινότητα, τό επέκεινα, ή αλήθεια της φαντασίας.
Βουτιά στόν άπειρο και άυλο κόσμο τών ιδεών.
Υποβάθμιση του χρήματος (χξς') σε μέσο εξυπηρέτησης και όχι υπέρτατη ανάγκη.
Ατυχώς ονομάσθηκε Χρήμα (ότι χρειαζόμαστε)
και Νόμισμα (ότι θεσπίσθηκε σαν αξία)
Εξαπατήσαμε τό είναι μας, και Εκπέσαμε.

Επικοινωνία: utidanos@gmail.com

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Πλατεία Ομονοίας : Η κοκέτα που χάθηκε στη σκόνη.


Ηταν μεσημέρι της 14ης Οκτωβρίου του 1862, όταν πλήθος Αθηναίοι έτρεξαν στη μέχρι τότε αποκαλούμενη πλατεία Οθωνος για να πανηγυρίσουν την έξωση του βασιλιά.
Ο πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης, Δημήτριος Βούλγαρης, απευθύνεται στους συγκεντρωμένους, οι οποίοι δίνουν όρκο ομονοίας επί της πλατείας, που σύμφωνα με τα λόγια του Βούλγαρη “...λαμβάνει το ωραίον της Ομονοίας όνομα...”.
Κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία της Ομόνοιας. Ενδοξα κι επαναστατικά, με οράματα και υποσχέσεις.
Ο χώρος τότε είχε μόλις μεταμορφωθεί σε πλατεία σύμφωνα με το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, που έγινε από τους πολεοδόμους Κλεάνθη και Εντουαρντ Σάουμπερτ το 1846, με στόχο να φιλοξενήσει τα Ανάκτορα -γι' αυτό και αρχικά βαφτίστηκε πλατεία Ανακτόρων.
Η θέση όμως απορρίφθηκε από τον πατέρα του Οθωνα, βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο, ο οποίος διαπίστωσε ότι η περιοχή γειτνίαζε με εργατικές συνοικίες (Μεταξουργείο) και ήταν σε κοίλωμα κοντά στα έλη του Κηφισού.
Η πλατεία απορρίφθηκε από τα βασιλικά γούστα, οπότε τέθηκε πλέον στη διάθεση της Εκκλησίας, και αρχική απόφαση ήταν να χτιστεί σε αυτή Ναός του Σωτήρος.
Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε επίσης για λόγους οικονομικούς. Η ιστορία είχε άλλα σχέδια για την πλατεία, λαμπερά και πολύχρωμα, λαϊκά και κοσμικά μαζί, με γεύση πάστας και άρωμα ελληνικού καφέ, με αναγνωστήρια και ζωντανές ορχήστρες, με ιστορικά στέκια και με τραγούδια: “Πλατεία κοκέτα, φαγιά σε πακέτα, τσατσάρες, στυλό και λαχεία...
Κάποιου εκεί κουλουρτζή ο ταβλάς, να, η Ομόνοια place, να η Ομόνοια place...”.
Η εποχή του πράσινου: φοίνικες, μπάντες και πάστες
Η ιστορία της Ομόνοιας χαρακτηρίζεται από μια αύρα κοσμικής και μεσοαστικής Αθήνας σε συνδυασμό πάντα με τη νότα που της έδιναν οι εργατικές περιοχές που βρίσκονται κοντά της.
Στα πρώτα χρόνια της ως πλατεία Ομονοίας ομορφαίνει και δενδροφυτεύεται σε βαθμό που γίνεται καταπράσινη. Μια μαρμάρινη εξέδρα φιλοξενεί την μπάντα κάθε Κυριακή.
Το 1889, στο τέλος της Αθηνάς, οικοδομείται σε σχέδια του Ερνεστ Τσίλερ το ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος, σήμα κατατεθέν της περιοχής, η οποία σταδιακά μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς της κοσμικής κίνησης της πόλης.
Ο ανταγωνισμός με το κοσμοπολίτικο Σύνταγμα εντείνεται όταν νέα στέκια ανοίγουν στην Ομόνοια. Δημιουργούνται άτυπα αναγνωστήρια με ορχήστρες και ζαχαροπλαστεία, που προσφέρουν μεγάλη ποικιλία από πάστες, γλυκά, παγωτά και ηδύποτα και ζυθοπωλεία όπως η ιστορική Ηβη, στην οποία συγκεντρώνεται ο καλύτερος κόσμος της πρωτεύουσας.
Η παράλληλη άφιξη των καφέ σαντάν στην περιοχή, όμως, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των “αμανετζίδικων” από την περιοχή του Ψυρρή βγάζουν την Ομόνοια ηττημένη στη μονομαχία με το Σύνταγμα ως προς την πιο αριστοκρατική περιοχή, όμως τη μετατρέπουν παράλληλα σε κέντρο κεφιού και διασκέδασης για Αθηναίους και επαρχιώτες -που τη χρησιμοποιούν ως σταθερό σημείο συνάντησης στις επισκέψεις τους στην πρωτεύουσα.
Η εποχή των Μουσών, των λουλουδιών και των χρωμάτων
Η Ομόνοια έχει πλέον χάσει από το Σύνταγμα τη μάχη της έδρας των μεγάλων και πολυτελών ξενοδοχείων -γύρω της υπάρχουν μικρά ξενοδοχεία που φιλοξενούν επαρχιώτες, αργότερα και ζευγάρια των λίγων ωρών- όμως δεν έχει χάσει καθόλου το κέφι της.
Η πλατεία αλλάζει μορφή όταν ολοκληρώνονται τα έργα για τον σταθμό του Ηλεκτρικού το 1930.
Η νέα εικόνα της είναι λιγότερο πράσινη και περισσότερο αστική. Το σχήμα της γίνεται κυκλικό.
Στο κέντρο της, κατασκευάζονται περίπτερα για τους ανθοπώλες και η είσοδος του ηλεκτρικού, ενώ περιμετρικά τοποθετούνται οκτώ τσιμεντένιες Μούσες κάτω από κίονες, οι οποίοι λειτουργούν ως αεραγωγοί.
Οι Μούσες βεβαίως ήταν εννέα, αλλά για λόγους συμμετρίας και αισθητικής (!), η ένατη που περίσσεψε τοποθετήθηκε πάνω από τα δημόσια ουρητήρια, συνδέοντας μαζί τους το όνομά της -φτωχή Καλλιόπη...
Οι Μούσες δεν ενθουσίασαν κανέναν, αντιθέτως χαρακτηρίστηκαν κακόγουστες και έξι χρόνια μετά, απομακρύνθηκαν από την πλατεία, όταν μία από αυτές έπεσε κατά την διάρκεια διαδηλώσεων, με κίνδυνο να τραυματίσει περαστικούς.
Η πλατεία όμως παρέμεινε γεμάτη ζωή και εκτυφλωτικά χρώματα από τα λουλούδια των ανθοπωλών.
Χαρακτηριστικές εικόνες της Ομόνοιας του '50 δίνει το τραγούδι “Ομόνοια Πλας” που πρώτη η Ρένα Βλαχοπούλου -ακολούθησε η Σοφία Βέμπο- τραγουδά σε επιθεώρηση στο θέατρο Κυβέλη το 1954:
“Σε κάθε γωνία επτά καφενεία
καρέκλες με κόσμο γεμάτες
και ταξί που ψαρεύουν πελάτες
Κομψοί και ωραίοι, πολίσμαν τροχαίοι
πεντ’ έξι παλιές μπυραρίες
καυγαδάκια στις αφετηρίες
Καμπαρέ με jazz band και belles femmes
με ταμπέλες που λένε welcome
Τι ρυθμός και ζωή και κοσμοσυρροή
μέρα νύχτα και ως το πρωί.
Και τα ανθοπωλεία σειρά στην πλατεία
τριάντα περίπτερα πλάι
κι από κάτω Μετρό που περνάει
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας...”
Η εποχή του υγρού στοιχείου: συντριβάνια και λίμνες
Τα λουλούδια, τα περίπτερα, τα κιγκλιδώματα και οι πάγκοι των ανθοπωλών ξηλώνονται, οι πεζοί αποκλείονται και μια νέα εποχή ξεκινά το 1960, όταν ολοκληρώνεται η διαρρύθμιση της επιφάνειας της πλατείας σε τεχνητή λίμνη με συντριβάνια, ενώ υπογείως διαμορφώνεται μια δεύτερη, πολύ πιο αποπνικτική, πλατεία.
Το κοσμικό παρελθόν της Ομόνοιας ξεθωριάζει, καθώς μετατρέπεται πια σε κυκλοφοριακό κόμβο, που δεν επιτρέπει την πρόσβαση πεζών.
Η αλλαγή γίνεται στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του κέντρου της Αθήνας, που δίνει προτεραιότητα στο αυτοκίνητο. Ο χαρακτήρας της πλατείας αρχίζει πια να αλλάζει.
Γελοιογράφοι της εποχής, όπως ο Μποστ σχολιάζουν καυστικά τη λίμνη, βάζοντας μέσα τη γοργόνα που ρωτά τον τροχονόμο αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος.
Μέσα σε μια δεκαετία τα συντριβάνια ανακατασκευάζονται σε διάφορες μορφές (μέχρι που αντικαθίστανται από υδάτινους πίνακες), οι πεζοί όμως παραμένουν αποκλεισμένοι από την επιφάνεια της πλατείας -εκτός από οπαδούς, οι οποίοι καθιερώνουν τις βουτιές στην Ομόνοια ύστερα από νίκες των ομάδων τους.
Η εποχή του γκρίζου: εγκατάλειψη και απελπισία
Τη δεκαετία του '90, η Ομόνοια σκάβεται ξανά, αυτή τη φορά για τις ανάγκες του μετρό, ενώ αλλάζει και πάλι μορφή. Το υγρό στοιχείο (συντριβάνι) δίνει τη θέση του στο στερεό, καθώς τοποθετείται επί της πλατείας -που πρασινίζει ελαφρώς και πάλι από γκαζόν- ο Δρομέας του Κώστα Βαρώτσου. Το άγαλμα εντυπωσιάζει όμως λόγω των εργασιών του μετρό μεταφέρεται για λόγους ασφαλείας -για να μην κινδυνέψει από τους κραδασμούς.

Η τελευταία προσπάθεια ανάπλασης γίνεται πριν από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας, αφήνοντας πίσω της έναν οδικό κόμβο και τσιμέντο.
Η πλατεία που κάποτε ήταν συνώνυμη με τη ζωντάνια, σήμερα συνδέεται κυρίως με την έλλειψη ζωής.
Οι πλάκες της είναι σκούρες από τη βρόμα, ραγισμένες κι εγκατελειμένες.
Ιχνη του λαμπερού παρελθόντος έχουν εξαφανιστεί. Ακόμα και τα τελευταία ιστορικά καταστήματα της περιόδου ακμής της έχουν καταρρεύσει.
Στα γύρω μαγαζιά κυριαρχούν τα fast food ή τα τυροπιτάδικα, ένα δυο με κινητά και σημεία αλλαγής συναλλάγματος.
Το όλο σκηνικό είναι άνυδρο, τσιμεντένιο και γκρίζο -κι αν ήταν έργο του Κοέλιο θα είχε τίτλο “Η Ομόνοια αποφασίζει να πεθάνει”.

Το ύψους 15 μ. γλυπτό Πεντάκυκλο του Γιώργου Ζογγολόπουλου, που τοποθετήθηκε στην πλατεία το 2001, μαραζώνει χωρίς νερό άρα και χωρίς κίνηση κι επιλέγεται πια ως τόπος απόγνωσης υποψήφιων αυτόχειρων.
Η ατμόσφαιρα μυρίζει καυσαέριο κι απελπισία ναρκομανών, παράνομων κι απεγνωσμένων μεταναστών και άστεγων που πεθαίνουν στα γύρω σοκάκια.
Η κοκέτα των παλαιών επιθεωρήσεων δείχνει να πληρώνει το κέφι της για ζωή μέσα από μια παράξενη “καταδίκη” στο γκρίζο, όμως η ιστορία δεν -μπορεί να- σταματάει εδώ για την λαϊκή, κοσμική κι επαναστάτρια κυρία της Αθήνας.
Άλλωστε, μόλις έκλεισε τα 152...