ΟΥ Οχι ΤΙ κάτι ΔΑΝΟΣ εκ της γής
Απόψεις που πηγάζουν από την άλλη άγνωστη πλευρά
ΑΒΑ(ήβη)+ΤΑΡ(τάρταρα) <> ΒΙΟΣ(ζωή)+ΑΔΑΣ(άδης)
Aιώνια εναλλαγή, στην βιολογική αρμονία
Η άλλη θέση στην καθημερινότητα, τό επέκεινα, ή αλήθεια της φαντασίας.
Βουτιά στόν άπειρο και άυλο κόσμο τών ιδεών.
Υποβάθμιση του χρήματος (χξς') σε μέσο εξυπηρέτησης και όχι υπέρτατη ανάγκη.
Ατυχώς ονομάσθηκε Χρήμα (ότι χρειαζόμαστε)
και Νόμισμα (ότι θεσπίσθηκε σαν αξία)
Εξαπατήσαμε τό είναι μας, και Εκπέσαμε.

Επικοινωνία: utidanos@gmail.com

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Μεσοελλαδική εγκατάσταση στον Ιερό Λόφο της Βραυρώνας



Η Μεσοελλαδική Εποχή τυπικά κάνει την είσοδό της στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. και διαρκεί περίπου 400 χρόνια. Όμως στοιχεία της μετάβασης στην καινούργια εποχή διαφαίνονται και στα τέλη της Πρωτοελλαδικής περιόδου, οπότε εμφανίζονται νέοι τύποι κεραμεικής και αρχιτεκτονικής, οι οποίοι θα καθιερωθούν στη συνέχεια.
Παρότι λοιπόν η μετάβαση στη Μεσοελλαδική Εποχή έγινε ομαλά, χωρίς δηλαδή να υπάρχουν δείγματα βίαιης εισβολής ξένων στοιχείων ή ακραίων επαναστατικών τάσεων στο εσωτερικό, ωστόσο παρατηρείται αξιοσημείωτη αλλαγή του σκηνικού, που έγκειται σε μια έντονη εσωστρέφεια και στασιμότητα, εν αντιθέσει προς την ανανεωτική διάθεση και τον «διεθνή» πολιτισμικό χαρακτήρα της Πρωτοελλαδικής περιόδου, ο οποίος ενισχύθηκε από την ανάπτυξη των δια θαλάσσης εμπορικών επαφών με τα νησιά των Κυκλάδων.
Γενικά πρόκειται για μια εποχή, για την οποία έχουμε λιγοστές πληροφορίες όχι μόνο για το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, αλλά και για την περιοχή της Μεσογαίας ειδικότερα.
Οι περισσότεροι Πρωτοελλαδικοί οικισμοί εγκαταλείπονται και δημιουργούνται μικρές κώμες σε θέσεις στρατηγικής σημασίας ήδη κατοικημένες, οι οποίες φαίνεται ότι αποτελούν τόπους συγκέντρωσης διαφόρων οικισμών, όπως η Βραυρώνα, με οικονομία που βασίζεται στη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Μια τυπική Μεσοελλαδική κώμη παρότι διαθέτει οχυρωματικό περίβολο, ωστόσο χαρακτηρίζεται από έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού, χαλαρή διάταξη των σπιτιών και απουσία έργων κοινής ωφελείας (σε αντιδιαστολή με τις Κυκλάδες, όπου οι οικισμοί είναι πυκνοκατοικημένοι και ακολουθούν ρυμοτομικό σχέδιο).
Την εποχή αυτή κάνει την εμφάνισή του ένας νέος τύπος σπιτιού: το αψιδωτό. Τα κτίρια διαθέτουν λίθινη βάση χωρίς θεμέλια, ανωδομή από ωμές πλίνθους και στέγη επίπεδη ή αμφικλινή.
Παράλληλα παρατηρείται η επιστροφή του ταφικού εθίμου της Νεολιθικής εποχής, σύμφωνα με το οποίο οι νεκροί ενταφιάζονται στο εσωτερικό των οικισμών και μάλιστα τα παιδιά και τα βρέφη ακόμα και μέσα στα σπίτια.
Οι τάφοι είναι τριών ειδών:
α. ρηχοί λάκκοι,
β. κιβωτιόσχημοι και
γ. τύμβοι, δηλαδή, κυκλικές κατασκευές, οι οποίες φιλοξενούν μία ή περισσότερες ταφές και καλύπτονται από χώμα.
Επειδή εντοπίζονται εύκολα, σχεδόν όλοι έχουν συληθεί και γι’ αυτό δεν υπάρχει σαφής εικόνα των κτερισμάτων που συνόδευαν το νεκρό.
Τα έθιμα ταφής αποτελούν και την μοναδική πηγή πληροφοριών για εκδηλώσεις λατρείας, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί εντός Μεσοελλαδικού οικισμού κάποιος ιδιαίτερος χώρος, ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με ασφάλεια ως «ιερό» ή ακόμα ακόμα και κάποια αντικείμενα λατρείας, όπως ειδώλια.
Η τεχνοτροπική εξέλιξη των διαφόρων τύπων κεραμεικής αποτελεί τη βάση για την υποδιαίρεση της Μεσοελλαδικής εποχής σε υποπεριόδους.
Η σημαντική καινοτομία της εποχής σε ό,τι αφορά την κεραμεική είναι η διάδοση του ταχύστροφου τροχού και η εμφάνιση των γκρίζων μινυακών και των αγγείων με αμαυρόχρωμη διακόσμηση.
Τα μινυακά πήραν το όνομά τους από τους Μινύας που κατοικούσαν στον Ορχομενό και αναφέρονται στην Ιλιάδα του Ομήρου.
Όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την εικόνα μιας κοινωνίας, η οποία ναι μεν είναι κλειστή και εσωστρεφής, αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζει μια ενότητα.
Η Βραυρώνα, και ιδιαίτερα ο χώρος του ιερού της Αρτέμιδος, μας έχει δώσει ασφαλή δείγματα της συνεχόμενης κατοίκησής του κατά τους προϊστορικούς, αλλά και τους ιστορικούς χρόνους.
Η αρχαιολογική σκαπάνη λοιπόν έφερε στο φως το 1955 υπό την επίβλεψη του εφόρου αρχαιοτήτων Ι. Παπαδημητρίου μια σημαντικότατη μεσοελλαδική ακρόπολη, η οποία δεσπόζει στην κορυφή του λόφου, που βρίσκεται στα νότια του προαναφερθέντος ιερού, και χαρακτηρίζει την ακμή της προϊστορικής Βραυρώνας.
Παρά την έντονη κλίση του εδάφους στην κορυφή και στην βόρεια κλιτύ του λόφου αυτού, οι επιχώσεις ήταν αρκετά βαθιές, φθάνοντας έως και τα 2μ. βάθος.
Κατά την αφαίρεση των επιχώσεων αποκαλύφθηκε οικία, αποτελούμενη από δύο δωμάτια, της οποίας οι τοίχοι ήταν χτισμένοι από μικρούς λίθους και ωμές πλίνθους και σώζονταν μέχρι το ύψος των 2μ.
Βόρεια της οικίας υπήρχε τεχνητή επίπεδη επιφάνεια πάνω στην κορυφή του λόφου, η οποία σχηματίστηκε ύστερα από την κατασκευή ισχυρού αναλημματικού τοίχου πάχους 1,20μ. Παράλληλα, στη βόρεια παρυφή του λόφου αποκαλύφθηκε τοίχος πάχους 1μ. Πρόκειται πιθανότατα για οχυρωματικό περίβολο, ο οποίος θεμελιωνόταν στο ανώτατο σημείο των τοίχων της οικίας και είχε διεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά.
Αντίστοιχα στη νότια πλαγιά του λόφου, όπου η κατωφέρεια είναι ομαλή, αποκαλύφθηκαν αλλεπάλληλοι ισχυροί περίβολοι, που αποτελούσαν ενδεχομένως οχυρωματικά τείχη, χτισμένα κατά τον Κυκλώπειο τρόπο («Κυκλώπεια» λέγονταν τα τείχη των Μυκηνών, επειδή ήταν κατασκευασμένα από τεράστιους ακανόνιστους λίθους, που πιστευόταν ότι μόνο Κύκλωπες θα μπορούσαν να τους μετακινήσουν).
Οι διαδοχικοί αυτοί περίβολοι δημιουργούσαν διαφορετικά επίπεδα, πάνω στα οποία είχαν τοποθετηθεί διάφορες κτιριακές εγκαταστάσεις.
Η οικία και οι τοίχοι που βρέθηκαν πάνω στον λόφο, χρονολογούνται στη Μεσοελλαδική εποχή με βάση τα κινητά ευρήματα και την κεραμεική.
Η πιο χαρακτηριστική ανήκει στην κατηγορία των μινυακών και των αγγείων με γραπτή αμαυρόχρωμη διακόσμηση.
Επίσης οι έρευνες του αρχαιολόγου Ι. Σακελλαράκη στον εν λόγω χώρο οδήγησαν στην ανεύρεση ενός αμφορέα που έφερε αμαυρόχρωμη διακόσμηση και ενός κυκλαδικού μαρμάρινου ειδωλίου της ίδιας εποχής.
Χαρακτηριστική είναι η παρουσία στα ίδια αρχαιολογικά στρώματα μυκηναϊκής κεραμεικής, γεγονός που δηλώνει τη συνέχιση της χρήσης των ίδιων δωματίων και τειχών και κατά το τέλος της προϊστορικής περιόδου.
Εντύπωση προκαλούν δύο τάφοι, που βρέθηκαν πάνω στον λόφο και δεν περιείχαν προσφορές, τα λεγόμενα κτερίσματα.
Ο ένας μάλιστα, που αποκαλύφθηκε εντός της μεσοελλαδικής οικίας, ήταν κιβωτιόσχημος, επενδεδυμένος με τέσσερις σχιστολιθικές πλάκες στις αντίστοιχες πλευρές, διαστάσεων 0,60 Χ 0,40μ. και βάθους 0,30μ. και φιλοξενούσε παιδική ταφή.
Η περίπτωση αυτή αποτελεί ζωντανή απόδειξη της επιστροφής του νεολιθικού ταφικού εθίμου, σύμφωνα με το οποίο οι νεκροί ενταφιάζονται εντός των οικισμών, και κατ’ επέκταση της αναδίπλωσης του μεσοελλαδικού κόσμου σε περισσότερο συντηρητικά σχήματα σε σχέση με εκείνα της Πρωτοελλαδικής εποχής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
– ΠΑΕ 1955, Ι. Παπαδημητρίου, Ανασκαφαί εν Βραυρώνι, σελ. 120, Πίναξ 39β.
– ΠΑΕ 1956, Ι. Παπαδημητρίου, Ανασκαφαί εν Βραυρώνι, σελ. 77-79, Πίνακες 21-23.
– Έργον 1956, σελ. 28-30, εικ. 29.
– Έργον 1957, σελ. 24, εικ. 22.
– BCH 1957, Braurön, acropole préhistorique, p. 521, Fig. 22,23.
– BCH 1963, G. Daux, Chronique des Fouilles 1962, p. 711-712, Fig. 20,21.
– Συριόπουλος Κ., Η Προϊστορία της Στερεάς Ελλάδος, 1968, σελ. 300.
– Από markopoulo.gr


markopoulo-mesogeia.com