ΟΥ Οχι ΤΙ κάτι ΔΑΝΟΣ εκ της γής
Απόψεις που πηγάζουν από την άλλη άγνωστη πλευρά
ΑΒΑ(ήβη)+ΤΑΡ(τάρταρα) <> ΒΙΟΣ(ζωή)+ΑΔΑΣ(άδης)
Aιώνια εναλλαγή, στην βιολογική αρμονία
Η άλλη θέση στην καθημερινότητα, τό επέκεινα, ή αλήθεια της φαντασίας.
Βουτιά στόν άπειρο και άυλο κόσμο τών ιδεών.
Υποβάθμιση του χρήματος (χξς') σε μέσο εξυπηρέτησης και όχι υπέρτατη ανάγκη.
Ατυχώς ονομάσθηκε Χρήμα (ότι χρειαζόμαστε)
και Νόμισμα (ότι θεσπίσθηκε σαν αξία)
Εξαπατήσαμε τό είναι μας, και Εκπέσαμε.

Επικοινωνία: utidanos@gmail.com

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο Αρχαιοθήρας Fourmont, ο δολοφόνος της "αρχαίας Σπάρτης".

Το ανθρωπόμορφο κτήνος του σκοταδισμού
Ο αρχαιοθήρας Fourmont to 1729 διέτρεξε την Πελοπόννησο προκειμένου να βρει διάφορα αρχαία για ανασκαφές και να τα αρπάξει. Πήγαν Μανιάτες να τον παραλάβουν, για να τον οδηγήσουν στη Μάνη και μεταξύ τους ήταν ο καπετάν Κουτούρος (Κουμουνδούρος ή Κουτούφαρης), ο καπετάν Κολοκούβαρος από τον Κάμπο με τους ηγουμένους της Βελανιδιάς που είναι στα Μαλεβριάνικα (Σταυροπήγι Αβίας), του Προφήτη Ηλία Κριντίστι Γαϊτσών και του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου των Κουμουνδουράκηδων και Κοστριβαίων στη Μικρή Μαντίνεια.

Μαζί με αυτούς πήρε τα μέτρα που έπρεπε, για να πάει στη χώρα τους και υπό την προστασία τους επισκέφθηκε τη Δυτική Παραλία του Ταϋγέτου. Διαπίστωσε ότι οι Μανιάτες ήταν πάντοτε σε πόλεμο με τους Τούρκους. Οι παπάδες, οι καλόγεροι ήταν αρματωμένοι, μέχρι και οι γυναίκες είχαν στις ζώνες τους όπλα.


Η Μάνη ωστόσο δεν του έκανε καλή εντύπωση κυρίως διότι δεν μπόρεσε να την εκμεταλλευτεί όπως ήθελε. Έτσι άρχισε καταστροφές στην αρχέγονη πατρίδα των Μανιατών, την Σπάρτη. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες αναφορές του αρχαιοθήρα αυτού για τους Μανιάτες.

Στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Απριλίου 1730: “…βρίσκομαι σε ένα φοβερό τόπο που οι κάτοικοι δεν έχουν καμιά επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους, αυτή η ξακουστή Μάνη. Έχω την τιμήν να πω στην εξοχότητά σας ότι δεν υπάρχει τίποτε, ότι είναι ένας πολύ κακός λαός και ότι είμαι πολύ ευτυχής που σώθηκα. Η εξοχότης σας, που γνωρίζει το ζήλο μου, μπορεί να φανταστεί πόση μεγάλη λύπη είχα. Φεύγοντας από αυτόν τον βάρβαρο λαό χωρίς να αποκομίσω τίποτε που να με αποζημιώνει για τα έξοδά μου…”.

Όπως έγραψε ο Fourmont από το μοναστήρι του Βουλκάνου της Μεσσηνίας, όταν βρισκόταν στο Νησί (Μεσσήνη), τον επισκέφθηκε ο τοπικός επίσκοπος στο σπίτι του και πρόσθεσε: “…και αμέσως διακόσιοι Μανιάτες ήρθαν και γέμισαν το σπίτι που είμαστε και όταν παρουσιάστηκα πυροβόλησαν ομαδικά για να με χαιρετίσουν. Ο επίσκοπος μου έδειξε τους επισκόπους της Μάνης που ήταν ανάμεσά τους, οι οποίοι μου προξένησαν τον τρόμο. Τους διακρίνεις από τους άλλους επειδή έχουν λίγο καλύτερα όπλα.

«ο λαός, αυτά τα παιδιά της Λακεδαίμονος, δεν κράτησαν από τους προγόνους τους τίποτε άλλο από την αγάπη της ελευθερίας και την μανία του πολέμου. Το όνειρό τους είναι να αποκτήσουν όπλα. Τα βιβλία τα χρησιμοποιούν για τα φυσέκια τους…


Έριξα την θλίψη μου πάνω στην κυριότερη πόλη της περιοχής, την αρχαία Σπάρτη. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στα κτίσματα που κατά την γνώμη μου έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήταν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετώπες. Ν’ αφήσω όλα αυτά σε άλλους (γιατί δεν είμαι εδώ ο μοναδικός ερευνητής), θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου, θα σήμαινε πως είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκπληρώσω τις διαταγές μου. Πρόκειται, όπως θα κατάλαβε η εξοχότης σας, για το καλό των Γραμμάτων.


Γι’ αυτό μίσθωσα εργάτες και κατέστρεψα ως τα θεμέλια τα λείψανα της υπέροχης αυτής πολιτείας, σε σημείο που να μην απομείνει λίθος επί λίθου. Μπορεί, σεβασμιότατε, να καταντήσει σε λίγο ένας άγνωστος τόπος εγώ όμως έχω τον τρόπο να την αναστήσω στο πνεύμα των ανθρώπων, ακόμη και των πιο μακρινών γενεών, γιατί έχω καταρτίσει ολόκληρο κατάλογο των ιερέων και ιερειών της, των εφόρων, των αγορανόμων και των γυμνασίαρχων. Η καλή μου τύχη θέλησε να ανακαλύψω επιγραφές για πολλούς φιλοσόφους, ρήτορες, στρατηγούς, ποιητές, καλλιτέχνες, ακόμα και διάσημες γυναίκες, άγνωστες ως τώρα. Οι επιγραφές αυτές μας πληροφορούν ποιοι αυτοκράτορες ευεργέτησαν την πόλη, ποιοι ευλαβείς ιδιώτες έκτισαν ναούς, ποιοι από αλαζονεία χρηματοδοτούσαν δημόσια θεάματα.


Η ευσέβειά μου, σεβασμιότατε, δεν έφτασε στο σημείο ν’ αφήσω στη γαλήνη, ούτε την τέφρα των βασιλιάδων. Σκόρπισα στον άνεμο την τέφρα του Αγησίλαου. Μπήκα στον τάφο του Λύσανδρου και ανακάλυψα τον τάφο του Ορέστη.»


Με τα παραπάνω τραγικά λόγια ο Γάλλος αρχαιοθήρας της Τουρκοκρατίας Αβάς Φουρμόντ περιγράφει τις αυθαιρεσίες που έκανε προκειμένου τα επωφεληθεί την αρχαία Σπάρτη και τα ιστορικά της μνημεία. Η τακτική που ακολούθησε όπως ο ίδιος περιγράφει θα την ζήλευε και ένας βάρβαρος που κάνει λεηλασίες για προσωπικό όφελος. Η εμπάθεια του για το φιλελεύθερο πνεύμα των Μανιατών είναι αισθητή ήδη από την αρχή του κειμένου του (μικρό απόσπασμα άνωθεν). Βλέπουμε λοιπόν πως πολλοί περιηγητές της εποχής εκείνης διέτρεχαν τον ελλαδικό χώρο με καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς πολλές φορές εις βάρος της ιστορικής μνήμης και του πολιτισμού του τόπου. Χαρακτηριστική η παρακάτω πρότασή του

«Η Σπάρτη είναι η 5η πόλη που κατάστρεψα. Ασχολούμαι τώρα με το ξεθεμελίωμα του ναού του Αμικλέου Απόλλωνα. Έχω στο πρόγραμμα να εξαφανίσω κι άλλους αρχαίους τόπους στην Ελλάδα αν με αφήσουν».

Αλλού γράφει
«Η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία, αξίζουν την εκθεμελίωση από τα βάθη. Έκανα πολλές πορείες αναζήτησης αρχαιοτήτων της χώρας και έχω ως τώρα καταστρέψει αρκετές. Αναμένω χρήματα και εντολές να προχωρήσω στην Τίρυνθα, επίσης τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασία, τη Φενεό και τη Μάνη.
Έξι εβδομάδες μου πήρε για τη Σπάρτη, γκρεμίζοντας τα βαριά τείχη και τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα επάνω στην πέτρα, για να κάνω την τοποθεσία τους άγνωστη στο μέλλον και να την κάνω ξανά εγώ γνωστή (ίσως να εννοούσε με τα βιβλία του). Να, πώς θα δοξαστεί το ταξίδι μου. Δεν είναι κι αυτό κάτι;»


Ο ίδιος ομολογεί σε χειρόγραφο που σώζεται μαζί με το ημερολόγιό του στη Βιβλιοθήκη των Παρισίων, ότι συγκέντρωσε πάνω από 1.200 επιγραφές το 1729 στην Ελλάδα. Στην επιστολή του προς τον κόμη Maurepas, καυχιέται ότι κατάστρεψε τις επιγραφές, για να μην αντιγραφούν από μελλοντικό περιηγητή! Βεβαιώνει ακόμα, ότι αντέγραψε και στη συνέχεια εξαφάνισε συνολικά 1.500 επιγραφές, από τις οποίες 300 μόνο στη Σπάρτη. Τέλος να πούμε για την ιστορία ότι ο συγκεκριμένος βάρβαρος ήταν καλόγερος και φανατικός πολέμιος του αρχαίου πνεύματος και του πολιτισμού του.