Το γέρικο χέρι έτρεμε. Τα χέρια αυτά, που μεροδούλι-μεροφάι προσέφεραν τη γιατρειά στους συμπολίτες τους, τα χέρια που έσφιξαν δυνατά το χέρι της αγαπημένης, τα χέρια που χάιδεψαν το κεφάλι του αμούστακου παιδιού, αυτή τη φορά, έσφιξαν δυνατά το κρύο ατσάλι.
Ο άνδρας ανατρίχιασε.
Κοίταξε γύρω του.
Οι περαστικοί, με σκυμμένο το κεφάλι, προσπερνούσαν βιαστικά. Ο άνδρας, κοίταξε τον ουρανό.
Ο ήλιος ο ηλιάτορας, ο ήλιος του Οδυσσέα, του χαμογελούσε. Έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε το τσαλακωμένο χαρτί:
Ο άνδρας ανατρίχιασε.
Κοίταξε γύρω του.
Οι περαστικοί, με σκυμμένο το κεφάλι, προσπερνούσαν βιαστικά. Ο άνδρας, κοίταξε τον ουρανό.
Ο ήλιος ο ηλιάτορας, ο ήλιος του Οδυσσέα, του χαμογελούσε. Έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε το τσαλακωμένο χαρτί:










